Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

Τα παιδιά είναι άτακτα: 8 προβληματικές συμπεριφορές και πως να τις χειριστούμε…


Τα παιδιά είναι άτακτα: 8 προβληματικές συμπεριφορές και πως να τις χειριστούμε…

Πως θα χειριστούμε τα ουρλιακτά, το ψέμα, και άλλες εξόχως προβληματικές συμπεριφορές…
Κάποιοι τα ονομάζουν παλιόπαιδα. Πάντα θέλουν περισσότερα. Προσδοκούν να γίνεται πάντα το δικό τους. Δυσκολεύονται να μοιραστούν πράγματα με άλλους. Και δεν νοιάζονται γι’ άλλους, παρά μόνο για τον εαυτό τους.
Τα κακομαθημένα παιδιά είχαν πάντα ότι ήθελαν, και τα κανάκευαν συνεχώς. Τα περισσότερα παιδιά επιδεικνύουν προβληματική συμπεριφορά κάθε τόσο. Ωστόσο, οι γονείς θα πρέπει να μάθουν να ξεχωρίζουν ένα παιδί με συνήθη προβληματική συμπεριφορά από ένα παιδί στο οποίο μπορεί να αποδοθεί αυτό το χαρακτηριστικό.
Ο Dan Kindlon, Ph.D., συγγραφέας του «Too Much Of A Good Thing», μας λέει ότι τα κακομαθημένα παιδιά είναι συχνά λιγότερο ικανά να αντιμετωπίσουν το άγχος επειδή οι γονείς τους ικανοποιούν κάθε ιδιοτροπία τους. Αυτά τα παιδιά νομίζουν ότι η ζωή είναι στρωμένη με ροδοπέταλα. Γράφει οKindlon: «Το σώμα δεν μπορεί να προσαρμόζεται στο άγχος αν δεν το βιώσει. Τα κακομαθημένα παιδιά είναι επίσης επιρρεπή στο να γίνουν εγωκεντρικοί, να θυμώνουν, να έχουν κατάθλιψη, να γίνουν υπερβολικά ανταγωνιστικά, ή στην αντίθετη πλευρά να μην έχουν κίνητρα. Μπορεί επίσης να μην έχουν αυτο-έλεγχο και έτσι να είναι πιο εύκολο να μπλέξουν με ναρκωτικές ουσίες, αλκοόλ και επικίνδυνο σεξ.».
Τι ονομάζουμε προβληματική συμπεριφορά;
Ο Δρ Lillian L. Juadiong, αναπληρωτής καθηγητής Οικογενειακής Ζωής και Παιδικής Ανάπτυξης στο Κολλέγιο U.P. Diliman’s College of Home Economics, μας βοήθησε να ετοιμάσουμε έναν κατάλογο από προβληματικές συμπεριφορές και πως οι γονείς μπορούν να τις χειριστούν το ενωρίτερα δυνατό.
1. Νευράκια
Τι κάνετε όταν ξαφνικά το παιδί σας αρχίζει να κλωτσά και να ουρλιάζει στο πάτωμα ενός καταστήματος επειδή αρνηθήκατε να του αγοράσετε το πολυπόθητο παιχνίδι; Μιλήστε από πριν στο παιδί και θέστε τους κανόνες. Πείτε του «θα σε πάρω μαζί μου στο κατάστημα σήμερα αλλά θα αγοράσουμε προμήθειες για το σχολείο και όχι παιχνίδια.». Αν παραταύτα αρχίσει κάποιο επεισόδιο στο κατάστημα, δείξτε ότι εννοείται αυτά που λέτε και τονίστε του πως «θα μιλήσετε μόνο αν σταματήσει τα νεύρα», και ότι «αν δεν σταματήσει θα φύγετε αμέσως από το κατάστημα». Αν δεν σταματήσει αρχίστε να απομακρύνεστε αργά, προσέξτε μόνο να παραμένει πάντοτε στο πεδίο ορατότητας σας.
8-provlimatikes-symperifores-ton-paidion-kai-pos-tis-chirizomaste-icon4
Ο Juadiong λέει ότι τα παιδιά πειραματίζονται στο ποια τακτική προσφέρεται για να πετύχουν το σκοπό τους. Αν αντιληφθεί ότι οι γονείς θα κάνουν πράξη αυτά που λένε, το παιδί θα συνειδητοποιήσει ότι μάταια προσπαθεί και θα σταματήσει το επεισόδιο. Αν από την άλλη το παιδί εκδηλώνει σκηνές νεύρων με κτύπημα του κεφαλιού, τότε θα πρέπει να ζητηθεί η βοήθεια ειδικού το συντομότερο δυνατό, αφού το κτύπημα του κεφαλιού είναι σοβαρό θέμα που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη.
2. Πέταγμα αντικειμένων
Πρώτα, θωρακίστε το σπίτι σας! Μην βάζετε ακριβά αντικείμενα σε μέρη που μπορεί εύκολα να φθάσει το παιδί.
Όταν το παιδί πετάξει κάποιο αντικείμενο, εξηγείστε του την πραγματική χρήση του αντικειμένου, όπως «το βάζο είναι για τα λουλούδια, αν το ρίξεις μπορεί να κτυπήσεις με τα σπασμένα κομμάτια». Εξηγείστε την αξία των πραγμάτων: «Ξέρεις, αυτό το μουσικό κουτί μου το έδωσε η γιαγιά σου όσο ζούσε και θα ήθελα να το δώσω σε σένα όταν μεγαλώσεις».
3. Συχνό κλάμα
Ελέγξτε πρώτα αν υπάρχει καλός λόγος για το κλάμα. Κάτι μπορεί να ενοχλεί το παιδί, όπως για παράδειγμα μπορεί να πονά. Ρωτήστε το παιδί ευγενικά αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Πείτε του, «Δεν μπορώ να καταλάβω ποιο είναι το πρόβλημα όσο κλες την ώρα που μου μιλάς.».
8-provlimatikes-symperifores-ton-paidion-kai-pos-tis-chirizomaste-icon2
4. Κραυγές
Παρατηρήστε τους άλλους μήπως αυτοί παροτρύνουν το παιδί να μιλά δυνατά. Ίσως η νταντά του να του φωνάζει όταν εσείς απουσιάζετε από το σπίτι. Εξετάστε και τον εαυτό σας, μήπως είστε εσείς αυτός που του φωνάζετε. Υπενθυμίστε τους άλλους ενήλικες στο σπίτι να προσέχουν την ένταση της φωνής τους όταν το παιδί είναι μπροστά.
Όταν το παιδί σας μιλά φωνάζοντας, χαμηλώστε τη δική σας φωνή για να αναγκαστεί να χαμηλώσει και τη δική του. Βάλτε μουσική και δυναμώστε πολύ την ένταση της, ή κτυπήστε δυνατά τις κατσαρόλες την ώρα που θα του μιλάτε. Τώρα ρωτήστε το: «Πιστεύεις ότι οι άνθρωποι μπορούν να ακούσουν ο ένας τον άλλο με τέτοια φασαρία;». Ηχογραφείστε τη φωνή του παιδιού σας την ώρα που φωνάζει και βάλτε του μετά να την ακούσει. Ρωτήστε το: «Θας ήθελες να σου μιλώ και εγώ με τον ίδιο τρόπο;».
Είναι αναγκαίο να μεταφέρεται στο παιδί ότι μπορεί να εκφράσει ακόμα και το θυμό του χωρίς να φωνάζει. Κάντε το συνήθειο να το ακούτε όταν μιλά. Οι φωνές μπορεί να είναι ο τρόπος του για να κερδίσει την προσοχή σας.
Δείξτε του επιστημονικές απεικονίσεις του λαιμού. Εξηγήστε του για τον λάρυγγα και πως κάποιος μπορεί να αποκτήσει βραχνή φωνή αν φωνάζει. Αφήστε τον να δει το δικό του λαιμό και να αντιληφθεί τις διαφορές στον παλμό των φωνητικών χορδών όταν μιλά κανονικά και όταν ουρλιάζει. Ψάξτε μαζί να βρείτε και την επίδραση του πολύ δυνατού θορύβου στην ακοή.
8-provlimatikes-symperifores-ton-paidion-kai-pos-tis-chirizomaste-icon3
5. Χυδαία γλώσσα και βρισιές
Για τα πολύ μικρά παιδιά, η χρήση χυδαίων λέξεων μπορεί να είναι ένας τρόπος να διασκεδάσουν. Δεν το κάνουν αυτό επειδή θέλουν να βρίζουν τους άλλους ανθρώπους. Μπορούν να έχουν μόλις ακούσει κάτι νέο και το βρίσκουν διασκεδαστικό να το λένε, έτσι το λένε επανειλημμένα.
Σπάστε τη συνήθεια του ρωτώντας τον αν ξέρει τι σημαίνει. Δοκιμάστε εξηγώντας πως αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να ακούγεται από το στόμα ενός παιδιού. Ζητήστε από τους άλλους ενήλικες να μην γελούν όταν το παιδί λέει τέτοια λόγια, ακόμη και αν το παιδί ακούγεται αστείο όταν μιλά έτσι. Βάλτε στο λεξιλόγιο του νέες λέξεις, διαβάζοντας του ένα νέο βιβλίο ή διδάσκοντας το ποιήματα, στίχους και τραγούδια.
8-provlimatikes-symperifores-ton-paidion-kai-pos-tis-chirizomaste-icon6
6. Η σωματική επιθετική συμπεριφορά (τράβηγμα μαλλιών, κλοτσιές, χτυπήματα, πέταγμα πραγμάτων σε ανθρώπους)
Εξηγήστε στο παιδί σας πώς η συμπεριφορά του διώχνει τους άλλους μακριά. «Δεν θα έχεις φίλους, αν πάντα τους κάνεις κακό», θα μπορούσε να είναι ένας τρόπος να του το πείτε. Επιπλέον, κάντε το να καταλάβει ότι η συμπεριφορά του δεν θα πρέπει να επαναληφθεί. Ένας γονέας που είναι επιεικής με τέτοια επιθετικότητα ή εθελοτυφλεί, στέλνει ένα μήνυμα στο παιδί ότι είναι εντάξει για αυτόν να βλέπει το παιδί του να βλάπτει άλλους ανθρώπους.
7. Το ψέμα
Μερικές φορές, τα παιδιά λένε ψέματα απλώς επειδή δεν ξέρουν ακόμα τι είναι πραγματικό και τι όχι. Ένα παιδί θα μπορούσε να ονειρευτεί κάτι και λέει στους φίλους του γι’ αυτό, πιστεύοντας ότι ήταν όλα αλήθεια αφού τα είδε στα όνειρά του. Βοηθήστε τον όσο το δυνατόν νωρίτερα για να διαχωρίσει την πραγματικότητα από τη φαντασία. Παίξτε το Παιχνίδι της Αλήθειας: «Η μαμά είναι κορίτσι, αλήθεια ή ψέματα;» «Αλήθεια», «Ο μπαμπάς είναι κορίτσι, αλήθεια ή ψέματα;» «Ψέματα», «Έχουμε δικό μας ένα αεροπλάνο, αλήθεια ή ψέματα;» «Αλήθεια» …. «είσαι βέβαιος ή απλά το έχεις ονειρευτεί αυτό;» «Ω ναι, αυτό είναι το σωστό! Ψέματα, δεν έχουμε δικό μας αεροπλάνο.».
Για τα μεγαλύτερα παιδιά, το ψέμα είναι ένας τρόπος για να αναπληρώσουν τα πράγματα που δεν έχουν. «Έχουμε επίσης τρία αυτοκίνητα!», θα μπορούσε να πει ένα παιδί, ακόμα κι αν δεν είναι έτσι. Κάντε σαφές στο παιδί σας ότι είναι εντάξει, ακόμη και αν δεν έχει πράγματα που έχουν τα άλλα παιδιά. Δώστε πολλή αγάπη και προσοχή στο παιδί ώστε να αποκτήσει σιγουριά και ασφάλεια, ακόμα και αν του λείπουν υλικά πράγματα.
8. Το φτύσιμο
Κάντε το παιδί να καταλάβει ότι δεν είναι σωστό να φτύνει, ειδικά σε άλλους ανθρώπους. Μιλήστε του για την υγιεινή και την καθαριότητα: «Το σάλιο σου έχει μικρόβια. Αν έχεις βήχα, το φτύμα σου θα μεταφέρει τα μικρόβια σε άλλους ανθρώπους». Βοηθήστε το να κατανοήσει την επίδραση των ενεργειών του, λέγοντας: «Αν φτύνεις τους άλλους, τα ρούχα τους θα λερωθούν. Θα ήθελες να σε φτύνουν και εκείνοι εσένα;».
Υπερβολική γονική ανοχή
Γιατί τα παιδιά προσπαθούν να χειραγωγήσουν τους γονείς; Οι γονείς που δεν έχουν πολύ χρόνο για το παιδί τους, έχουν συνήθως αισθήματα ενοχής, και έτσι ενδίδουν εύκολα σε ιδιοτροπίες. Σημειώστε αυτό το πολύ σημαντικό: Είναι αδύνατο να αναθρέψουμε σωτά τα παιδιά αν δεν περάσουμε χρόνο μαζί τους. Το ενεργό ενδιαφέρον για τις ζωές των παιδιών μας, όντας πρόθυμοι να ακούσουμε τι έχουν στο μυαλό τους και η συμμετοχή μας στις δραστηριότητες τους, είναι απαραίτητα για την καλή ανατροφή των παιδιών.
8-provlimatikes-symperifores-ton-paidion-kai-pos-tis-chirizomaste-icon5
Προσοχή
Ο Juadiong προειδοποιεί ότι οι συνέπειες αν κακομάθετε το παιδί σας θα είναι διαφορετικές καθώς θα μεγαλώνει. Τα ξεσπάσματα θυμού μπορεί να αντικατασταθούν με την απροκάλυπτη επανάσταση, τα ναρκωτικά και τη φυγή από το σπίτι. Το να λέει ψέματα μπορεί να εξελιχθεί σε κλοπή χρημάτων ή κλοπές σε καταστήματα. Σκεφτείτε λοιπόν τις συνέπειες αν ενδίδετε σε ότι ζητά το παιδί και αναρωτηθείτε αν δικαιολογείται τέτοια στάση εκ μέρους σας.
Το να είναι ένα παιδί κακομαθημένο, δεν είναι σύμπτωμα των πλούσιων παιδιών. Αν δεν αφήνουμε τα παιδιά να είναι υπεύθυνα για τις πράξεις τους, ή αν τους δίνουμε εύκολα ότι ζητήσουν, μπορεί να τα κακομάθουμε ακόμη και χωρίς λεφτά.
Θα πρέπει να προετοιμάσουμε τα παιδιά για τη στιγμή που θα είναι υπεύθυνα του εαυτού τους. Πρέπει να τα βοηθήσουμε να αναπτύξουν τα υγιή χαρακτηριστικά και καλές συνήθειες που είναι τα θεμέλια του καλού χαρακτήρα. Πρέπει να μάθουν να χειρίζονται το άγχος, να επιδιώκουν με αποτελεσματικότητα τους στόχους που θέτουν, και να αντιστέκονται στους πειρασμούς. Για να το βοηθήσουμε αυτό, πρέπει να σταματήσουμε να τα γεμίζουμε σε υπερβολικό βαθμό με υλικά και συναισθηματικά αγαθά.
Όταν υπερπροστατεύουμε τα παιδιά μας από την αποτυχία, τις αντιξοότητες και τον πόνο, τους στερούμε την ευκαιρία να αναπτύξουν μια ρεαλιστική αίσθηση των δυνατοτήτων τους και των αδυναμιών τους και να μάθουν σημαντικές δεξιότητες αντιμετώπισης των προβλημάτων. Τους στερούμε την ευκαιρία να δημιουργήσουν έναν πραγματικό χαρακτήρα.

Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Το στρες των εξετάσεων

Η περίοδος των εξετάσεων έφτασε και το στρες, τουλάχιστον μιας μεγάλης μερίδας των μαθητών, είναι πραγματικότητα! Σκέψεις για τυχόν μη επαρκή προετοιμασία, ενδεχόμενη αποτυχία και προσωπική ανεπάρκεια αρχίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό!

Μια τέτοια αίσθηση είναι αναμενόμενη, καθώς το στρες των εξετάσεων συνήθως συνδέεται με τον φόβο που νιώθουμε μήπως απογοητεύσουμε τον εαυτό μας ή τους γονείς μας και γενικότερα τους ‘Σημαντικούς Άλλους’.
Έπειτα, το στρες διογκώνεται μέσα από μια σειρά αρνητικών σκέψεων που αρχίζουν να μας κατακλύζουν (π.χ. ‘Είμαι σίγουρος ότι δεν θα τα καταφέρω’, ‘Δεν θα γράψω τόσο καλά όσο χρειάζεται’, ‘Εάν δεν περάσω στο πανεπιστήμιο δεν έχω μέλλον’), αλλά και από υπερβολικές προσωπικές προσδοκίες (π.χ.
‘Πρέπει οπωσδήποτε να περάσω στην Χ σχολή’, ‘Πρέπει να γράψω καλύτερα από όλους’). Άλλωστε, όταν κανείς ‘πείθει’ τον εαυτό του ότι δεν είναι αρκετά ικανός και πως δεν θα καταφέρει να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις των εξετάσεων, ασυνείδητα αρχίζει να συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτύχει!

Μερικές από τις δυσάρεστες επιπτώσεις του υπερβολικού στρες μπορεί να είναι: αδυναμία συγκέντρωσης, δυσκολία στην απομνημόνευση, ταχυκαρδία, εφίδρωση, πόνοι στην κοιλιά, ναυτία, δερματικές διαταραχές, ευερεθιστότητα, δυσκολίες στον ύπνο.
Μερικές χρήσιμες συμβουλές

Οργάνωση μελέτης:
  • Φτιάξε χρονοδιάγραμμα μελέτης προκαθορίζοντας σε πόσο χρόνο θα πρέπει να ολοκληρώσεις το κάθε κεφάλαιο. Σημείωνε τους στόχους που πετυχαίνεις και αναρωτήσου τι δεν λειτούργησε στις περιπτώσεις που βγήκες εκτός χρόνου
  • Σε περίπτωση που δυσκολεύεσαι να συγκεντρωθείς επειδή σε κυριεύουν διάφορες σκέψεις που δεν σχετίζονται με το διάβασμα, κατέγραψέ τες σε μια λευκή κόλλα χαρτί και ασχολήσου με αυτές αργότερα, όταν θα κάνεις ένα μικρό διάλειμμα
  • Φτιάξε από το βράδυ της προηγούμενης μια λίστα με όλα όσα έχεις να κάνεις την επόμενη μέρα. Βάλε προτεραιότητες ορίζοντας τις πιο ‘επείγουσες’ υποχρεώσεις σου!
  • Κάθε φορά που ολοκληρώνεται η μελέτη ενός μαθήματος, φρόντιζε να απομακρύνεις οτιδήποτε σχετιζόταν με αυτό από το γραφείο σου, ώστε να έχεις την άνεση να συγκεντρώσεις το απαραίτητο υλικό για το επόμενο μάθημα
  • Αν νιώσεις ότι έχεις κουραστεί κατά τη διάρκεια της μελέτης, καλύτερα να σηκωθείς, να κάνεις κάτι ευχάριστο και τονωτικό και έπειτα να ξαναγυρίσεις
  • Ξεκίνα το διάβασμα από τα πιο δύσκολα και βαρετά. Όταν ξαναδιαβάζεις αυτά που ήδη ξέρεις μπορεί να νιώσεις στιγμιαία δυνατός και καλά προετοιμασμένος, αλλά στη συνέχεια θα αγχωθείς καθώς δεν θα έχεις αρκετό χρόνο για αυτό που δεν ξέρεις καλά
  • Προτού ασχοληθείς λεπτομερειακά με ένα κεφάλαιο, φρόντισε να κατανοήσεις το γενικό θέμα που πραγματεύεται με τη βοήθεια τίτλων / πλαγιότιτλων, εικόνων, διαγραμμάτων. Χρησιμοποίησε αρίθμηση και λέξεις κλειδιά, προκειμένου να θυμάσαι καλύτερα ονόματα και γεγονότα
  • Φτιάξε μια ιστορία που θα σε βοηθήσει να συνδέσεις τις διάφορες έννοιες μεταξύ τους
  • Σταμάτα το διάβασμα σε τακτά χρονικά διαστήματα προκειμένου να διαπιστώσεις τι θυμάσαι. Επειδή αναπαράγουμε κάτι αμέσως μόλις το διαβάσαμε δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η πληροφορία μπορεί να ανακληθεί και από την μακροπρόθεσμη μνήμη. Αν δεν αποθηκευτούν οι πληροφορίες στη μακροπρόθεσμη μνήμη μέσα σε ένα 24ωρο θα έχεις ξεχάσει το 80% από όσα έμαθες
Τεχνικές χαλάρωσης:
  • Ασκήσου στη διαφραγματική αναπνοή, ειδικά πριν από τον βραδινό ύπνο, προκειμένου να εξασφαλίσεις έναν βαθύ και καλής ποιότητας ύπνο
  • Οραματίσου τη στιγμή των εξετάσεων και προετοιμάσου για τυχόν δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίσεις εκείνη τη στιγμή
  • Αφιέρωσε λίγο χρόνο για αερόβια άσκηση καθώς εκτός του ότι βοηθάει στη διαχείριση του στρες, αυξάνει την πρόσληψη οξυγόνου στον εγκέφαλο με αποτέλεσμα τη βελτίωση της μνήμης και της σκέψης
  • Φρόντισε να κοιμάσαι για τουλάχιστον 6 ώρες καθώς ο ύπνος βοηθά στην ‘αποθήκευση’ των πληροφοριών
Κατά τη διάρκεια των εξετάσεων:
  • Ακόμα κι αν νιώσεις ότι δεν ξέρεις τίποτα, ψάξε να βρεις την άσκηση που μπορείς να διαχειριστείς καλύτερα και σιγά – σιγά οι απαντήσεις θα αρχίσουν να έρχονται στο μυαλό σου
  • Σημείωσε λέξεις ή φράσεις που σου έρχονται στο μυαλό ώστε αργότερα να τις οργανώσεις και να αρχίσουν να αποκτούν νόημα
  • Φέρε καθησυχαστικές σκέψεις στο μυαλό σου όπως: ‘Είναι φυσιολογικό να αισθάνομαι άγχος. Σύντομα θα νιώσω καλύτερα’, ‘Θα τα καταφέρω όπως και όλες τις άλλες φορές που έδωσα εξετάσεις’
Ο ρόλος των γονέων:
  • Εξασφαλίστε συνθήκες ησυχίας και ηρεμίας στο σπίτι έτσι ώστε το παιδί να μην το απασχολεί τίποτε άλλο πέραν της μελέτης του
  • Ενισχύστε και δώστε κουράγιο στο παιδί σας υπενθυμίζοντάς του τα όσα έχει κατακτήσει μέχρι τώρα, καθώς και ότι δεν είναι η πρώτη φορά στη ζωή του που δίνει εξετάσεις: ‘Τα έχεις πάει πολύ καλά μέχρι τώρα, έχεις προσπαθήσει πραγματικά και όλα θα πάνε όπως το επιθυμείς’
  • Δείξτε διαθεσιμότητα να ακούσετε με σεβασμό τις ανησυχίες του παιδιού σας και βοηθήστε το να ηρεμήσει: ‘Το άγχος της αποτυχίας είναι φυσιολογικό’, ‘Ακόμα κι αν δεν περάσεις, υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις’

Καλό είναι να έχουμε στο μυαλό μας ότι μέτρια επίπεδα στρες οργανώνουν καλύτερα τις προσπάθειές μας και αποτελούν κινητήριο δύναμη για περαιτέρω εξέλιξη. Άλλωστε, η επίδοση στις εξετάσεις δεν αντιπροσωπεύει την ικανότητα και την αξία του ατόμου, αλλά την προσπάθεια που κατέβαλε στη συγκεκριμένη περίσταση!
Παναγιωτουνάκου Ελπίδα
Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπεύτρια

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Πώς η ταυτόχρονη εκμάθηση δύο γλωσσών διευρύνει τις δυνατότητες του μυαλού!

Αυτό που εμείς οι Ελληνες θεωρούμε ένα είδος «κατάρας» – το γεγονός ότι ελάχιστοι ανά την υφήλιο μιλούν ελληνικά αναγκάζοντάς μας να υποβαλλόμαστε από μικρά παιδιά στο βάσανο της εκμάθησης ξένων γλωσσών – ίσως τελικά αποδεικνύεται πραγματική ευλογία.


Μελέτες που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια ανατρέπουν τις παλαιότερες θεωρίες διαπιστώνοντας ότι οι δίγλωσσοι – όσοι δηλαδή μαθαίνουν δύο γλώσσες ως μητρικές από τη γέννησή τους – εμφανίζουν «ενισχυμένες» εγκεφαλικές, γνωσιακές και συμπεριφορικές λειτουργίες. Εκτός του ότι μπορούν ευκολότερα να μαθαίνουν ξένες γλώσσες και να εκτελούν πολλά καθήκοντα ταυτοχρόνως, έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να μπαίνουν στη θέση του άλλου ενώ δείχνουν σαν να λειτουργούν με «δύο μυαλά», ανάλογα με τη γλώσσα που χρησιμοποιούν. Επιπλέον η διγλωσσία φαίνεται να έχει ρόλο ασπίδας που καθυστερεί την άνοια και τη νόσο Αλτσχάιμερ.

Το ευχάριστο είναι ότι όλα τα παραπάνω οφέλη, αν και είναι πιο έντονα στους δίγλωσσους, ενδέχεται να επεκτείνονται σε έναν βαθμό και σε όσους γνωρίζουν ικανοποιητικά μια δεύτερη γλώσσα. Αυτό είναι καλό για εμάς, εφόσον το μέσο ελληνόπουλο μαθαίνει ήδη αγγλικά από το Δημοτικό ενώ και ως ενήλικοι είμαστε γενικώς ένας «πολύγλωσσος» λαός. Ακόμη όμως και για όσους δεν «κατέχουν» τις ξένες γλώσσες, ποτέ δεν είναι αργά: οι ειδικοί επισημαίνουν ότι μπορούν να αρχίσουν να μαθαίνουν – και να ωφεληθούν – σε οποιαδήποτε ηλικία.

Οταν είχα μόλις γεννηθεί η μητέρα μου με πήρε στην αγκαλιά της στο κρεβάτι του μαιευτηρίου και έκανε κάτι που θα άλλαζε για πάντα τον τρόπο ανάπτυξης του εγκεφάλου μου. Κάτι που θα με έκανε καλύτερη στο να μαθαίνω, να κάνω πολλά πράγματα ταυτοχρόνως και να λύνω προβλήματα. Επίσης κάτι που ίσως αργότερα προστατέψει τον εγκέφαλό μου από τη φθορά της ηλικίας. Τι ήταν αυτό; Αρχισε να μου μιλάει στα γαλλικά.
Την εποχή εκείνη η μητέρα μου δεν είχε ιδέα ότι με αυτόν τον τρόπο θα ενίσχυε τις γνωσιακές μου ικανότητες. Είναι Γαλλίδα και ο πατέρας μου είναι Αγγλος. Απλώς τους είχε φανεί λογικό να μεγαλώσουν εμένα και τα αδέλφια μου ως δίγλωσσους. Παρ' όλα αυτά, στο διάστημα που έχει μεσολαβήσει από τότε έχουν εμφανιστεί ένα σωρό έρευνες οι οποίες υποδηλώνουν πως το γεγονός ότι μιλάω δύο γλώσσες ίσως επηρέασε βαθιά τον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι.
Η ενίσχυση των γνωσιακών ικανοτήτων είναι μόνο η αρχή. Σύμφωνα με ορισμένες μελέτες, οι αναμνήσεις και οι αξίες μου, ακόμη και η προσωπικότητά μου, ίσως αλλάζουν ανάλογα με το ποια γλώσσα τυχαίνει να μιλάω εκείνη την ώρα. Είναι σχεδόν σαν ο εγκέφαλος των δίγλωσσων να φιλοξενεί δύο ξεχωριστά μυαλά - κάτι το οποίο αναδεικνύει τον θεμελιώδη ρόλο που παίζει η γλώσσα στην ανθρώπινη σκέψη. «Η διγλωσσία αποτελεί ένα εκπληκτικό μικροσκόπιο για τη διερεύνηση του ανθρώπινου εγκεφάλου» λέει η Λόρα Αν Πετίτο, νευροεπιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Γκαλοντέτ της Ουάσιγκτον.
Οι απόψεις για τη διγλωσσία δεν ήταν πάντα τόσο ρόδινες. Για πολύ καιρό η απόφαση των γονιών, όπως οι δικοί μου, να αναθρέψουν τα παιδιά τους μιλώντας δύο γλώσσες εθεωρείτο αμφιλεγόμενη. Από τον 19ο αιώνα οι εκπαιδευτικοί προειδοποιούσαν ότι κάτι τέτοιο προκαλεί σύγχυση σε ένα παιδί καθιστώντας το ανίκανο να μάθει σωστά οποιαδήποτε από τις δύο γλώσσες. Στην καλύτερη περίπτωση, θεωρούσαν ότι το καταδικάζει στο να γίνει αυτό που λέμε «πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης». Στη χειρότερη, υποπτεύονταν ότι εμποδίζει άλλες πλευρές της ανάπτυξης οδηγώντας σε χαμηλότερο δείκτη νοημοσύνης.
Σήμερα οι φόβοι αυτοί φαίνονται αδικαιολόγητοι. Είναι αλήθεια ότι οι δίγλωσσοι τείνουν να έχουν ελαφρώς μικρότερο λεξιλόγιο σε καθεμιά από τις δύο γλώσσες τους σε σχέση με τους συνομηλίκους τους που μιλούν μόνο μία γλώσσα, ενώ μερικές φορές αργούν λίγο περισσότερο να βρουν τη σωστή λέξη όταν κατονομάζουν αντικείμενα. Μια καθοριστική μελέτη όμως που έγινε στη δεκαετία του 1960 από την Ελίζαμπεθ Πιλ και τον Γουόλας Λάμπερτ στο Πανεπιστήμιο Μακ Γκιλ του Μόντρεαλ στον Καναδά διαπίστωσε ότι η ικανότητα να μιλάει κάποιος δύο γλώσσες δεν εμποδίζει τη γενικότερη ανάπτυξη. Αντιθέτως, όταν ήλεγξαν άλλους παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις επιδόσεις, όπως η κοινωνικοοικονομική κατάσταση και η μόρφωση, ανακάλυψαν ότι τα δίγλωσσα άτομα είχαν καλύτερες επιδόσεις από τα μονόγλωσσα σε 15 λεκτικά και μη λεκτικά τεστ.
Δυστυχώς οι ανακαλύψεις αυτές σε μεγάλο βαθμό αγνοήθηκαν. Παρ' ότι - με το σταγονόμετρο - τη μελέτη αυτή ακολούθησαν και άλλες σχετικές με τα οφέλη της διγλωσσίας, οι περισσότεροι ερευνητές και εκπαιδευτικοί ενέμειναν στις παλιές ιδέες. Μόνο πρόσφατα η διγλωσσία άρχισε να απολαμβάνει την προσοχή που της αξίζει. «Για τριάντα χρόνια καθόμουν στο σκοτεινό γραφειάκι μου κάνοντας τα δικά μου και ξαφνικά τα τελευταία πέντε χρόνια είναι σαν οι πόρτες να άνοιξαν διάπλατα» λέει η Ελεν Μπιάλιστοκ, ψυχολόγος του Πανεπιστημίου Γιορκ στο Τορόντο του Καναδά.

Παράθυρο σε νέες γνώσεις
Σε έναν βαθμό αυτό το ενδιαφέρον απορρέει από τις πρόσφατες τεχνολογικές εξελίξεις στις νευροεπιστήμες, όπως η λειτουργική φασματοσκοπία εγγύς υπερύθρων (fNIRS), μια απεικονιστική τεχνική η οποία επιτρέπει την εξέταση του εγκεφάλου των μωρών καθώς αυτά κάθονται στην αγκαλιά των γονιών τους. Για πρώτη φορά οι ερευνητές μπόρεσαν να παρακολουθήσουν τον εγκέφαλο των βρεφών κατά τη διάρκεια των πρώτων επαφών τους με τη γλώσσα.
Χρησιμοποιώντας αυτή την τεχνική η κυρία Πετίτο και οι συνεργάτες της ανακάλυψαν μια σημαντική διαφορά στα μωρά που μεγαλώνουν μιλώντας δύο γλώσσες. Σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία, τα μωρά όταν γεννιούνται είναι «πολίτες του κόσμου», μπορούν να ξεχωρίσουν τους ήχους κάθε γλώσσας. Ως την ηλικία του ενός έτους ωστόσο θεωρείται ότι χάνουν αυτή την ικανότητα και επικεντρώνονται μόνο στους ήχους της μητρικής τους γλώσσας. Αυτό φαινόταν να ισχύει στα μονόγλωσσα παιδιά, η μελέτη όμως της κυρίας Πετίτο ανακάλυψε ότι τα δίγλωσσα εξακολουθούσαν να εμφανίζουν αυξημένη εγκεφαλική δραστηριότητα αντιδρώντας σε γλώσσες που τους ήταν παντελώς ξένες ως και το τέλος του πρώτου έτους.
Υποθέτει ότι η εμπειρία της διγλωσσίας «βάζει σφήνες» αφήνοντας ανοίγματα στο παράθυρο για την εκμάθηση των γλωσσών. Εξίσου σημαντικό, τα δίγλωσσα μωρά έφθαναν στα γλωσσικά ορόσημα - όπως η πρώτη λέξη - ταυτόχρονα με τα μονόγλωσσα, υποστηρίζοντας την ιδέα ότι η διγλωσσία μάλλον εμπλουτίζει παρά εμποδίζει την ανάπτυξη ενός παιδιού. Αυτό φαίνεται ότι βοηθάει ανθρώπους σαν εμένα να κατακτούν νέες γλώσσες σε όλη τη ζωή τους. «Είναι σχεδόν σαν ο μονόγλωσσος εγκέφαλος να βρίσκεται σε δίαιτα ενώ ο δίγλωσσος μας δείχνει τις πλούσιες, αφράτες γραμμές του σχετικού με τη γλώσσα ιστού που διαθέτουμε» λέει η κυρία Πετίτο.

Προηγμένο «εκτελεστικό σύστημα»
Πράγματι, όσο περισσότερο έψαχναν οι ερευνητές τόσο περισσότερα οφέλη ανακάλυπταν - κάποια μάλιστα καλύπτουν μια ευρεία κλίμακα ικανοτήτων. Η κυρία Μπιάλιστοκ σκόνταψε τυχαία για πρώτη φορά επάνω σε ένα από αυτά τα πλεονεκτήματα όταν ζήτησε από παιδιά να εντοπίσουν αν διάφορες προτάσεις ήταν γραμματικά σωστές. Τόσο τα μονόγλωσσα όσο και τα δίγλωσσα μπορούσαν να δουν τα λάθη σε «λογικές» φράσεις όπως «τα μήλα ωριμάζουν στα δέντρα», στις «παράλογες» όμως φράσεις, όπως «τα μήλα ωριμάζουν στις μύτες», εμφανίζονταν διαφοροποιήσεις. Τα μονόγλωσσα παιδιά, παρασυρμένα από το παράλογο αυτών των φράσεων, απαντούσαν λανθασμένα ότι δεν ήταν γραμματικά σωστές ενώ τα δίγλωσσα έδιναν τη σωστή απάντηση.
Η ερευνήτρια υπέθεσε ότι η ικανότητα αυτή δεν αντανακλούσε κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο στη γραμματική αλλά μάλλον μια βελτίωση σε αυτό που αποκαλείται «εκτελεστικό σύστημα» του εγκεφάλου και το οποίο, βασιζόμενο σε ένα ευρύ φάσμα δεξιοτήτων, «ρυθμίζει» την ικανότητα να «μπλοκάρουμε» τις άσχετες πληροφορίες και να εστιάζουμε στο έργο που θέλουμε να εκτελέσουμε εκείνη τη στιγμή. Στο τεστ αυτό τα δίγλωσσα παιδιά φαινόταν ότι μπορούσαν ευκολότερα να εστιάζουν στη γραμματική αγνοώντας το νόημα των λέξεων. Σε επόμενες μελέτες τα δίγλωσσα παιδιά εμφάνισαν εξαιρετικές επιδόσεις σε μια σειρά τεστ που διερευνούσαν απευθείας αυτό το χαρακτηριστικό. Μια άλλη εκτελεστική δεξιότητα σχετίζεται με την ικανότητα να στρεφόμαστε από ένα έργο σε ένα άλλο χωρίς να μπερδευόμαστε και τα δίγλωσσα παιδιά είναι καλύτερα και σε αυτού του είδους τα τεστ. Στην κατηγοριοποίηση αντικειμένων, για παράδειγμα, μπορούν να «πηδήξουν» από τη διάκριση με βάση το σχήμα στη διάκριση με βάση το χρώμα χωρίς να κάνουν λάθη.
Τα χαρακτηριστικά αυτά παίζουν καθοριστικό ρόλο στο καθετί που κάνουμε, από το διάβασμα και τα μαθηματικά ως την οδήγηση. Η βελτίωσή τους επομένως οδηγεί σε μεγαλύτερη νοητική ευελιξία, κάτι το οποίο ίσως εξηγεί γιατί τα δίγλωσσα άτομα είχαν τόσο καλές επιδόσεις στα τεστ των Πιλ και Λάμπερτ.
Τα καλά αυτής της ευελιξίας ενδέχεται μάλιστα να επεκτείνονται και στις κοινωνικές μας δεξιότητες. Η Πάουλα Ρούμπιο-Φερνάντες και ο Σαμ Γκλίκσμπεργκ, ψυχολόγοι του Πανεπιστημίου του Πρίνστον, ανακάλυψαν ότι οι δίγλωσσοι είναι καλύτεροι στο να βάζουν τον εαυτό τους στη θέση του άλλου ώστε να καταλάβουν καλύτερα τη δική του άποψη για μια κατάσταση. Αυτό συμβαίνει επειδή μπορούν ευκολότερα να μπλοκάρουν όσα ήδη γνωρίζουν και να επικεντρωθούν στην άποψη του άλλου.

Γνωσιακή γυμναστική!
Γιατί το ότι μιλούν δύο γλώσσες κάνει τον εγκέφαλο των δίγλωσσων τόσο ευέλικτο και συγκεντρωμένο; Μια απάντηση έρχεται από την έρευνα της Βιορίκα Μαριάν και των συναδέλφων της του Πανεπιστημίου Νορθγουέστερν στο Εβανστον του Ιλινόι, οι οποίοι χρησιμοποίησαν ειδικές συσκευές για να παρακολουθήσουν την κίνηση των ματιών εθελοντών οι οποίοι εκτελούσαν διάφορες δραστηριότητες. Σε μία από αυτές η κυρία Μαριάν έβαλε μπροστά σε δίγλωσσους που μιλούσαν αγγλικά και ρωσικά μια σειρά αντικείμενα και τους ζητούσε κάθε φορά να πιάσουν ένα συγκεκριμένο από αυτά. Το όνομα ενός αντικειμένου στη μια γλώσσα μερικές φορές μοιάζει πολύ ηχητικά με το όνομα κάποιου άλλου αντικειμένου στην άλλη γλώσσα (π.χ., η λέξη «μαρκαδόρος» στα αγγλικά μοιάζει ηχητικά με τη λέξη «σφραγίδα» στα ρωσικά). Στις περιπτώσεις αυτές οι εθελοντές δεν έκαναν ποτέ λάθος στο αντικείμενο, οι κινήσεις των ματιών τους όμως έδειξαν ότι, προτού καταλήξουν στην επιλογή τους, έριχναν μια γρήγορη ματιά στο αντικείμενο με το παρόμοιο ηχητικά όνομα στα ρωσικά.
Αυτή η σχεδόν ανεπαίσθητη κίνηση προδίδει μια σημαντική λεπτομέρεια για τη λειτουργία του εγκεφάλου των δίγλωσσων αποκαλύπτοντας ότι οι δύο γλώσσες ανταγωνίζονται συνεχώς στο πίσω μέρος του μυαλού τους. Ως αποτέλεσμα, όταν εμείς οι δίγλωσσοι μιλάμε, γράφουμε ή ακούμε ραδιόφωνο, ο εγκέφαλός μας προσπαθεί να επιλέξει τη σωστή λέξη καταστέλλοντας παράλληλα τον ίδιο όρο της άλλης γλώσσας. Αυτή είναι μια σημαντική δοκιμασία εκτελεστικού ελέγχου - ένα είδος γνωσιακής γυμναστικής. Στην πραγματικότητα, αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν πολλά εμπορικά προγράμματα «εκγύμνασης του εγκεφάλου» τα οποία συχνά απαιτούν από τον χρήστη να αγνοήσει πληροφορίες που αποσπούν την προσοχή του ενώ εκτελεί ένα έργο.

Φρένο στην Αλτσχάιμερ
Γρήγορα οι επιστήμονες αναρωτήθηκαν αν αυτή η πνευματική γυμναστική μπορούσε να βοηθήσει τον εγκέφαλο να αντισταθεί στη φθορά της ηλικίας. Για να διερευνήσουν αυτή την υπόθεση η κυρία Μπιάλιστοκ και οι συνεργάτες της συνέλεξαν δεδομένα σχετικά με 184 άτομα που είχαν διαγνωστεί με άνοια, τα μισά εκ των οποίων ήταν δίγλωσσα. Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν το 2007, ήταν εκπληκτικά: στους δίγλωσσους τα συμπτώματα άρχιζαν να εμφανίζονται τέσσερα χρόνια αργότερα από ό,τι στους μονόγλωσσους. Υστερα από μια τριετία οι ερευνητές επανέλαβαν τη μελέτη με άλλα 200 άτομα τα οποία παρουσίαζαν δείγματα της νόσου Αλτσχάιμερ. Και πάλι στα περισσότερα από τα συμπτώματα υπήρχε μια καθυστέρηση πενταετίας στους δίγλωσσους. Τα αποτελέσματα ίσχυαν ακόμη και όταν λαμβάνονταν υπόψη άλλοι παράγοντες, όπως το επάγγελμα και η μόρφωση. «Δεν περίμενα καθόλου να βρούμε τόσο σημαντικά αποτελέσματα» λέει η ερευνήτρια.
Το ότι εμείς οι δίγλωσσοι μιλάμε δύο γλώσσες, εκτός του ότι ενισχύει τον εγκέφαλό μας, ενδέχεται επίσης να έχει βαθιά επίδραση στη συμπεριφορά μας. Νευροεπιστήμονες και ψυχολόγοι αρχίζουν να αποδέχονται ότι η γλώσσα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σκέψη και τη συλλογιστική, κάτι το οποίο κάνει ορισμένους να αναρωτιούνται αν οι δίγλωσσοι ενεργούν διαφορετικά ανάλογα με το ποια γλώσσα μιλούν. Αυτό συμβαδίζει με τη δική μου εμπειρία - ακόμη και οι άλλοι συχνά μου λένε ότι φαίνομαι διαφορετική ανάλογα με το αν μιλάω αγγλικά ή γαλλικά.

Δύο σετ αξιών
Το «ζύγισμα» των επιδράσεων αυτού του είδους είναι βεβαίως δύσκολο, στη δεκαετία του 1960 όμως η Σούζαν Ερβιν-Τριπ, η οποία σήμερα βρίσκεται στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ, βρήκε έναν αντικειμενικό τρόπο για να εξετάσει το ζήτημα. Ζήτησε από δίγλωσσους που μιλούσαν αγγλικά και ιαπωνικά να συμπληρώσουν μια σειρά ημιτελείς προτάσεις σε δύο διαφορετικές συνεδρίες - πρώτα στη μία γλώσσα και ύστερα στην άλλη. Διαπίστωσε ότι οι εθελοντές έδιναν πολύ διαφορετικές καταλήξεις στην ίδια φράση ανάλογα με τη γλώσσα. Για παράδειγμα, στη φράση «οι πραγματικοί φίλοι πρέπει...» στα ιαπωνικά έγραφαν «...να βοηθούν ο ένας τον άλλον» ενώ στα αγγλικά έγραφαν «...να είναι απόλυτα ειλικρινείς». Γενικώς οι απαντήσεις έμοιαζαν να αντανακλούν τον τρόπο με τον οποίο οι μονόγλωσσοι της κάθε γλώσσας θα εκτελούσαν το τεστ. Αυτό έκανε την κυρία Ερβιν-Τριπ να υποστηρίξει ότι οι δίγλωσσοι χρησιμοποιούν δύο νοητικά κανάλια, σαν να έχουν δύο διαφορετικά μυαλά.
Αρκετές πρόσφατες μελέτες φαίνεται να υποστηρίζουν τη θεωρία της. Ο Ντέιβιντ Λούνα του Baruch College της Νέας Υόρκης και οι συνεργάτες του ζήτησαν για παράδειγμα πρόσφατα από αγγλο-ισπανόφωνους να δουν διαφημίσεις στις οποίες πρωταγωνιστούσαν γυναίκες - πρώτα στη μία γλώσσα και ύστερα από έξι μήνες στην άλλη γλώσσα - και να περιγράψουν τις προσωπικότητες των πρωταγωνιστριών. Στην «ισπανική» εκδοχή οι εθελοντές έτειναν να περιγράφουν τις γυναίκες ως ανεξάρτητες και εξωστρεφείς, ενώ στην «αγγλική» ως απελπισμένες και εξαρτημένες.
Μια άλλη μελέτη διαπίστωσε ότι οι αγγλο-ελληνόφωνοι δίγλωσσοι είχαν πολύ διαφορετικές συναισθηματικές αντιδράσεις στην ίδια ιστορία ανάλογα με τη γλώσσα. Στη μία εκδοχή δήλωναν π.χ. «αδιάφοροι» για τον ήρωα, ενώ στην άλλη «ανησυχούσαν» για την πορεία του.

Γιατί δεν θυμούνται τα μωρά
Μια εξήγηση είναι ότι κάθε γλώσσα φέρνει στο μυαλό τις αξίες της κουλτούρας της με την οποία ήρθαμε σε επαφή μαθαίνοντάς την. Μια άλλη είναι το γεγονός ότι η γλώσσα ενεργεί ενδόμυχα ως «σκαλωσιά» που υποστηρίζει το οικοδόμημα των αναμνήσεών μας. Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι είναι πιθανότερο να θυμηθούμε ένα αντικείμενο όταν γνωρίζουμε το όνομά του, κάτι το οποίο ίσως εξηγεί γιατί έχουμε τόσο λίγες αναμνήσεις από τα πρώτα παιδικά μας χρόνια. Υπάρχουν μάλιστα ενδείξεις ότι η γραμματική μιας γλώσσας μπορεί να διαμορφώσει τη μνήμη μας. Η Λίρα Μποροντίτσκι του Πανεπιστημίου Στάνφορντ ανακάλυψε πρόσφατα ότι οι ισπανόφωνοι είναι χειρότεροι στο να θυμούνται ποιος προκάλεσε ένα ατύχημα, ίσως επειδή στα ισπανικά χρησιμοποιούνται απρόσωπες εκφράσεις - π.χ. «το βάζο έσπασε» - οι οποίες δεν υποδηλώνουν το πρόσωπο που βρίσκεται πίσω από το γεγονός.
Αυτό φαίνεται να υποδεικνύει ότι οι αναμνήσεις ενός δίγλωσσου αλλάζουν ανάλογα με τη γλώσσα που μιλάει. Σε ένα έξυπνο αλλά απλό πείραμα η κυρία Μαριάν έκανε σε Κινεζοαμερικανούς ένα τεστ γενικών γνώσεων, πρώτα στα αγγλικά και αργότερα στα κινεζικά. Οι απαντήσεις διέφεραν ανάλογα με τη γλώσσα - στην ερώτηση π.χ. «κατονομάστε ένα σημαντικό άγαλμα που έχει υψωμένο το ένα χέρι ατενίζοντας το άπειρο» στα αγγλικά ανέφεραν το Αγαλμα της Ελευθερίας ενώ στα κινεζικά το άγαλμα του Μάο.

Ποτέ δεν είναι αργά...
Παρά την πρόσφατη πρόοδο, οι ερευνητές μάλλον βλέπουν μόνο την αρχή του παγόβουνου στο ζήτημα της διγλωσσίας και πολλά ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά. Από τα σημαντικότερα είναι το αν ένα μονόγλωσσο άτομο μπορεί να έχει ανάλογα οφέλη αν μάθει μια ξένη γλώσσα σε μεγαλύτερη ηλικία. Οι ως τώρα ενδείξεις δείχνουν πως ναι. «Μπορείτε να μάθετε μια ξένη γλώσσα σε οποιαδήποτε ηλικία, να τη μάθετε καλά και να δείτε οφέλη στο γνωσιακό σύστημά σας» λέει η κυρία Μαριάν. Η κυρία Μπιάλιστοκ συμφωνεί, αν και τονίζει ότι η νοητική «ενίσχυση» στην περίπτωση αυτή δεν είναι τόσο έντονη όσο στους δίγλωσσους. «Μάθετε μια ξένη γλώσσα σε οποιαδήποτε ηλικία, όχι για να γίνετε δίγλωσσοι αλλά για να παραμείνετε σε πνευματική εγρήγορση» λέει. «Είναι πηγή γνωσιακών αποθεμάτων».
Αφού είναι έτσι, είμαι ευγνώμων. Η μητέρα μου δεν είχε καν υποπτευθεί πώς τα λόγια της θα άλλαζαν τον εγκέφαλό μου και τον τρόπο που βλέπω τον κόσμο, αλλά είμαι βέβαιη ότι η προσπάθειά της απέδωσε καρπούς. Για όλα αυτά το μόνο που έχω να πω είναι: Merci!
Catherine De Lange
!